Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

ΗΤΑΝ ΑΝΕΡΓΟΣ ΚΑΙ ΒΑΔΙΖΕ ΣΑΝ ΑΝΕΡΓΟΣ

Με τα χέρια σφιγμένα μέσα στις τσέπες περιπλανιόταν στους σιωπηλούς δρόμους της πρόφασης.
Το βλέμμα του είχε κατακτήσει την κυριολεκτική παγωνιά του χειμωνιάτικου Δεκέμβρη.
Ήταν άνεργος και βάδιζε σαν άνεργος. Με μια αφηρημένη αδιαφορία στα πράγματα που έρχεται μετά από διαδοχικές ήττες.
Με τα "χέρια μέσα στις τσέπες σαν χειροβομβίδες" όπως έλεγε κι ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης.
Δεν είχε φιλοδοξίες. Πάντα τις θεωρούσε περιττές, ακόμα και όταν παγιδεύτηκε σε αυτές.
Είχε μόνο πρόβλημα επιβίωσης και τη φιλοσοφική διασκευή μιας υπερτιμημένης αξιοπρέπειας.
Διακωμωδούσε με πικροχολία την μάταιη αισθητική των γιορτινών ημερών.
Κατευθύνθηκε στο καφενεδάκι της γειτονιάς. Η ματιά του συναντήθηκα απρόσμενα με το μικρό παιδί που ζητιάνευε στη γωνία.
Ένας αυριανός "τρομοκράτης" σκέφτηκε, που δύσκολα θα ξεχάσει ότι κάποιοι του έκλεψαν την παιδική ηλικία. Προσπέρασε βιαστικά αποφεύγοντας συμπεριφορές που πίστευε ότι δεν επιλύουν κανένα πρόβλημα, αντίθετα διαιωνίζουν την αδικία κρύβοντάς την κάτω από το στρώμα της ελεεινής φιλανθρωπίας.
Όταν έφτασε στο καφενεδάκι άρχισε να βρέχει. Το γνωστό τραπέζι ήταν άδειο. Τα λιγοστά χρήματα που είχε ίσα για ένα ούζο.
Σκεφτόταν πως καθώς περνούσαν τα χρόνια, ένοιωθε μεγαλύτερη ανάγκη να πλησιάζει τους ανθρώπους. Όλη του η ζωή μια δυναμική του νου σχεδόν τρομακτική. Με την ικανότητα της σκέψης να προσπερνάει το υπαρκτό και να βλέπει το αληθινό πίσω από τα συρματοπλέγματα των στημένων αντιφάσεων.
Ξαφνικά ένιωσε αφόρητα δυστυχισμένος. Σα να κατέρρευσε όλο το αμυντικό ιδεολόγημα που η σκέψη έπλεκε υπερβαίνοντας την δύσκολη πραγματικότητα. Σα να ήταν όλα αέρας που φύσηξε πάνω στο δένδρο της μοναχικής ζωής του και ταρακούνησε τα κλαδιά της υπαρξιακής του αναζήτησης.
Το άγριο θηρίο των εκλεπτυσμένων συνειρμών του μονομαχούσε με το ανθρώπινο στοιχείο εσωτερικών αναγκών που ξεχάστηκαν στα ξύλινα παγκάκια των διαλογισμών του.
Ένιωσε δάκρυα να υγραίνουν το πρόσωπό του και το βλέμμα του να εστιάζεται με έναν διαφορετικό τρόπο στα ίδια πράγματα που περιέβαλαν τον κόσμο του. Έβλεπε πρώτη φορά ίσως την άπλετη οδύνη που συνυπάρχει με τον άνθρωπο σε ένα αδιάκοπο κυνηγητό επιβίωσης.
"Ο μόνος τρόπος να είσαι ευτυχισμένος είναι να αγαπάς. Αν δεν αγαπάς η ζωή θα σε προσπεράσει. Να κάνεις το καλό...Να αναρωτιέσαι...Να ελπίζεις..., θυμήθηκε τον ποιητικό λόγο...
Έβγαλε τις "χειροβομβίδες" της οργής από τις τσέπες, τις τοποθέτησε νοερά πάνω στο τραπέζι, αφήνοντας την εκρηκτική δύναμη της καρδιάς να συμφιλιωθεί με τις σκέψεις που είχαν αρνηθεί τη ζωή, μέσα από το μοίρασμα τους με άλλους ανθρώπους.
Αυτές τις γιορτές είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για μια αληθινή συνύπαρξη με όλους τους ανθρώπους..........
..από τα λόγια και τη γραφή της Κυριακής Θεοδωρίδου.....

Δεν υπάρχουν σχόλια: